Σκελετική υγεία σε παιδιά & εφήβους

Σκελετική υγεία σε παιδιά & εφήβους

Οστεοπόρωση

Οστεοπόρωση είναι η νόσος κατά την οποία ο σκελετός εξασθενεί και γίνεται περισσότερο εύθραυστος, με συνέπεια τον αυξημένο καταγματικό κίνδυνο των οστών.

Το οστεοπορωτικό άτομο μπορεί να υποστεί κάταγμα ακόμη και μετά από ένα χτύπημα χαμηλής ισχύος, φτάρνισμα ή πτώση από την όρθια θέση.

1 στις 3 γυναίκες και 1 στους 5 άντρες άνω των 50 ετών θα υποστεί κάποιο οστικό κάταγμα λόγω οστεοπόρωσης.

Το αποτέλεσμα αυτών των επικίνδυνων για τη ζωή καταγμάτων, είναι συχνά το χρόνιο άλγος, ακινητοποίηση, αναπηρία και η επιδείνωση της ποιότητας ζωής.

Είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι το θεμέλιο της καλής μελλοντικής οστικής υγείας μπαίνει όταν το οστό βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης.

Βάζοντας τα θεμέλια για γερά οστά σε μεγαλύτερη ηλικία

Η παιδική και εφηβική ηλικία είναι πολύ σημαντικές περίοδοι για το σχηματισμό του σκελετού.

Αν και το μέγιστο προσδοκώμενο ύψος επιτυγχάνεται στο μέσο προς τέλος της εφηβείας, η μέγιστη οστική μάζα (η μέγιστη οστική αντοχή και πυκνότητα) επιτυγχάνεται σχεδόν μέχρι την ηλικία των 20 ετών.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου η οστική μάζα ελαττώνεται, αλλά και αντικαθιστάται διαρκώς.

Ένας σωστός τρόπος ζωής για τα οστά, πριν την επίτευξη της μέγιστης οστικής μάζας, θα βοηθήσει στο σχηματισμό πυκνότερού και ισχυρότερου οστού.

Τα γονίδια είναι καθοριστικά, αλλά ο τρόπος ζωής κάνει τη διαφορά

Τα γονίδια ευθύνονται για το 60-80% του δυνητικού μεγέθους και ισχύος του σκελετού, αλλά ο καθημερινός τρόπος ζωής επιδρά καθοριστικά στη διαφορά της μέγιστης οστικής μάζας που παρατηρείται ανάμεσα στα διαφορετικά άτομα.

Προς το τέλος της εφηβείας, υγιείς έφηβοι ίδιου φύλου, ηλικίας και ύψους έχουν διαφορά στην οστική σπονδυλική μάζα κατά μια ή δύο βαθμίδες.

Π.χ. ένα κορίτσι ύψους 165 εκ μπορεί να έχει 10 γρ οστού σε έναν οσφυικό σπόνδυλο, ενώ ένα άλλο κορίτσι ίδιας σωματικής διάπλασης, και ηλικίας μπορεί να έχει 20 γρ οστού στον αντίστοιχο σπόνδυλο.

Η σημαντική αυτή διαφορά οφείλεται στα γονίδια, αλλά και σε παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως διατροφή, φυσική άσκηση και παράγοντες κινδύνου.

 

10% αύξηση της οστικής μάζας, καθυστερεί την εμφάνιση της οστεοπόρωσης κατά 13 έτη

Η σπουδαιότητα της δίαιτας

Τα σημαντικότερα θρεπτικά συστατικά για την καλή οστική υγεία των παιδιών και των εφήβων είναι το ασβέστιο, η βιταμίνη D και οι πρωτεΐνες.

Τα γαλακτοκομικά είναι οι πιο πλούσια πηγή ασβεστίου. Το 80% της ημερήσιας πρόληψης ασβεστίου των παιδιών μετά το 2ο έτος, γίνεται από τα γαλακτοκομικά.

Άλλες τροφές πλούσιες σε ασβέστιο είναι τα πράσινα λαχανικά, σαρδέλες και καρύδια.

Βιταμίνη D

Η βιταμίνη D είναι σημαντική για τη σκελετική υγεία καθώς βοηθάει στην απορρόφηση του ασβεστίου και στην εναπόθεση του στα οστά.

Η έκθεση στον ήλιο και η κατανάλωση λιπαρών ψαριών, συκωτιού, μανιταριών και αυγών βοηθούν στην αύξηση των επιπέδων της βιταμίνης D στον οργανισμό.

Η ΣΗΠ βιταμίνης D από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Ιατρικής (ΙΟΜ) είναι 600 IU/ημέρα για τις ηλικίες 1-18 ετών.

Πρωτεΐνες

Η κατανάλωση επαρκούς ποσότητας φρούτων και λαχανικών (πλούσιων σε βιταμίνη Κ, μαγνησίου, ψευδαργύρου και καροτενοειδών) είναι εξίσου σημαντική για τη σκελετική υγεία.

Τα παιδιά και οι έφηβοι που ασκούνται τακτικά έχουν σημαντική αύξηση της σκελετικής τους μάζας. Ιδανικές ασκήσεις αποτελούν αυτές που αυξάνουν το φορτίο του σκελετού (πχ τρέξιμο, στίβος, αθλήματα με μπάλα και χορός).

Ο Π.Ο.Υ. συστήνει σε παιδιά 5-17 ετών, την 60λεπτη άσκηση μέτριας ή έντονης ισχύος, σε καθημερινή βάση.

Παιδική οστεοπόρωση

Αν και είναι σπάνια η εμφάνιση οστεοπόρωσης σε παιδιά και εφήβους, μπορεί να παρατηρηθεί σε άτομα με ατελή οστεογένεση, ιδιοπαθή νεογνική οστεοπόρωση, ή φαρμακευτικής αιτιολογίας.

Δευτεροπαθή αίτια παιδικής οστεοπόρωσης

  • Νευρική ανορεξία
  • Κοιλιοκάκη
  • Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
  • Μακροχρόνια λήψη κορτικοστεροειδών (συνήθως λόγω άσθματος ή αρθρίτιδας)
  • Καθυστέρηση ήβης
  • Υπογοναδισμός
  • Λευχαιμία ή άλλες κακοήθειες
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Κυστική ίνωση
  • Καταστάσεις που περιορίζουν την κινητικότητα του παιδιού

Λάζαρος Λαζάρου, MD

Ενδοκρινολόγος / Διαβητολόγος